jump to navigation

brightslang

Το παρακάτω ποστ είναι μια από κοινού προσπάθεια (ο john δεν έκανε τίποτα). Θα υπάρχει και σαν page και θα γίνεται update κάθε φορά που θυμόμαστε.

Τρία χρόνια μετά από τη λαϊκή απαίτηση, και πέντε αφότου πέθανε το blogging λέω να κάνω μερικές συμπληρώσεις. (Alex)

 

‘Αλλλος, Δες ο:

Ένας άλλος, όταν αυτός τοποθετείται σαν υποκείμενο πρότασης που θα προκαλέσει το ενδιαφέρον το κοινού. Εισήχθη από τον φίλο Αντρίκο.

Παράδειγμα:

«Δες ο άλλλος πόσο πάχυνε, σαν μπράσκα έχει γίνει»

Βέεβαια: 

Προσθήκη στο τέλος οποιασδήποτε πρότασης μετά την εκστόμιση της οποίας αντιλαμβάνεσαι ότι αν δε συμφωνήσεις εσύ μ’αυτό που λες δε θα συμφωνήσει κανείς άλλος. Η προέλευση του όρου εντοπίζεται στην Ίο και οφείλεται σε θρυλικό ντόπιο ανίερο ψεύτη διαχειριστή ενοικιαζόμενων στον οποίο αναφερόμαστε ώς «ο Πουσαίος». Ή «Πουσέος», ποτέ δε το γράψαμε.

Γαμίδια, τα:

  1. Τοπικός προσδιορισμός που υποδηλώνει μεγάλη απόσταση. Τοποθετείται κοντά στου διαόλου τη μάνα, και πριν από του διαόλου τον πάτερο.
  2. Κατάσταση στην οποία εισέρχεται κανείς μετά από υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ κλπ, καθώς και μετά από σωματική κόπωση.

Ξέρεις ότι είσαι για τα γαμίδια στην περίπτωση που ξερνάς και χέζεις διάρροια ταυτόχρονα, κατάσταση γνωστή ως «Ο Πάτος Της Ανθρώπινης Ύπαρξης».

Δικός μου, ο:

Δάνειο από τα αθάνατα ελληνικά 80’s. ‘Nuff said.

Παράδειγμα:

«Βασικά να πούμε τι παράδειγμα, μη μου τη βγαίνεις έτσι τώρα, δες ρόδα τσάντα και κοπάνα να πούμε.»

Καλαθάκι, το:

Η ενδιάμεση απόσταση από το scrotum και το rectum. Ονομάζεται έτσι γιατί «σε περιέχει», και είναι γνωστό για το πόσο πονάει όταν χτυπάς στην τραμπάλα.

Καμπόης, ο:

Αυτός που περπατάει σαν καουμπόι γιατί μόλις έχεσε την σεκόγια (βλ. παρακάτω)

Κουμάντα, τα τρελά:

  1. Τα ψηφιακά: Οι συνδυασμένες και γεμάτες ελπίδα προσπάθειες να επιτύχουμε κάτι σε κάποιο online παιχνίδι καταλήγοντας συνήθως να ψοφολακάμε όλοι. Όλοι όμως.
  2. Αντίστοιχα με τα ψηφιακά αλλά in real life, και χωρίς να ψοφολακάμε στο τέλος.

Παράδειγμα:

/facepalm

Τρελά κουμάντα κάναμε πάλι

/facepalm

Κρέιζι:

Crazy, με έμφαση στην ελληνική προφορά.

Κρέμα, Ζάχαρη, Μέλι, (ή και τα τρία μαζί):

Η απάντηση στο πως τα περνάμε.

Κώλος, ο:

Εκτός από τη γνωστή και προφανή έννοια κατά την οποία είναι εκείνο το μέρος του σώματος στο οποίο κάθεται κανείς επάνω, υπάρχει μία ακόμη.

Συνήθως στην κλιτική (κώλε). Χρησιμοποιείται όταν φωνάζει κανείς κάποιον, ή αναφέρεται σε αυτόν με τον οποίο όμως υπάρχει μία οικειότητα. Αν η οικειότητα είναι πολύ έντονη μπορεί να γίνει χρήση του υπερθετικού βαθμού (κώλε μου), ή ακόμα και του υπερτροφικού (κωλήθρα μου όμορφη). Υπόκειται συχνά σε τρελό improvisation του τύπου «κωλαρίνο», «κωλοτρυπίδα μου γλυκιά» και άλλα.

Παραδείγματα:

«Ο άλλος ο κώλος που είναι;» , «Τι λέει, κώλε μου;» , «Που είσαι κωλήθρα μου όμορφη;!»

Λοφορείο, το:

Το λεωφορείο που μας ανεβάζει στο λόφο που μένουμε.

Μαδερφάκερ, ο: 

To λεξικό Merriam – Webster ορίζει τον motherfucker ως εξής:
«usually obscene :  one that is formidable, contemptible, or offensive — usually used as a generalized term of abuse».

Ο Μαδερφάκερ είναι πολύ περισσότερα απ’αυτό. Ο Μαδερφάκερ είναι αυτός που θα τον πετάξεις με ένα βρακί στην έρημο για να πεθάνει και αντί γι αυτό μέσα σε 24 ώρες θα κάνει αξέχαστες διακοπάρες με τους Βεδουίνους. Είναι ο Δικάβαλος όταν τρώει ξηροκάρπια. Είναι αυτός που θα τον στείλουν φαντάρο εκεί που δεν πιάνουν οι κατάρες και οι ευχές (δηλαδη στην Πελοπόννησο) και στην άδεια του θα πάει διακοπές εκεί γιατί του άρεσε. Είναι αυτός που όταν η ζωή του δινει λεμόνια κάνει Τσακ Νόρρις. There. Αστείο με Τσακ Νορρις το 2014. Deal with it.

Μπιφτεκώνω:

Σημάινει την πράξη του sex, τη συνουσία από την οπτική του αρσενικού. Για να συννενοηθούμε, σε «ένταση», στην κλίμακα του αρσενικού λεξιλογίου για τη συνουσια, βρίσκεται αρκετά μετά του «κάνω έρωτα», πολύ κοντά στο «κάνω sex» και σίγουρα πολύ πρίν του «γαμάω ένα μουνί».

Παράδειγμα:

«Τι έγινε και γελάς έτσι; Μπιφτέκωσες χτες το βράδυ;»

Ξες ξες, όχι νταξ’:

Δάνειο απ’ το φίλο Αντρίκο. Πρόκειται για ιδιωματισμό των λέξεων «εντάξει» και «ξέρεις». Χρησιμοποιείται μετά από την εκστόμιση καφρίλας για να υποδείξει τον αστεϊσμό. Ορισμένες φορές μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο το «Ξεσσσςς» ή ακόμη και χωρίς φωνήεν «Ξσσσςς» αλλά όπως και να ‘χει με «τράβηγμα» του σίγμα. Συνοδεύεται ενίοτε από ένα φιλικό σπρώξιμο ή pat στην πλάτη, ή από ελαφρά επαναλαμβανόμενη πίεση από τον αντίχειρα και τον δείκτη ασκούμενη στο γόνατο ή στον αγκώνα του συνομιλητή.

Παράδειγμα:

(δείχνοντας μια τύπισα και όντας δίπλα της) Δες η άλλη, ρε φίλε. Πέταξε τα βυζά έξω και μας γκάβλωσε. Ξςςςς!

Πόδι ή Όδι, το:

  1. Ο χίπης. Βλ. αυτό το ποστ.
  2. Φτηνό τυρί για μακαρόνια που μυρίζει σαν πόδι.
  3. Πόδι που μυρίζει σαν φτηνό τυρί για μακαρόνια.

Η αφαίρεση του γράμματος «Π» προέκυψε από ένα comic του Βασίλη Λώλου. Ευχαριστούμε. Από την αφαίρεση αυτή στη συνέχεια προέκυψαν και άλλες έννοιες που περιγράφουν πράγματα που βρωμάνε, όπως:

Όφλα, η: Απλοποιημένα πό το παντόφλα.

Ώλος, ο: Από το κώλος.

Όντι, το: Από το δόντι.

Πριγκηπολέσβιος, ο:

Γενικής χρήσης επίθετο. Δε σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο.

Προφήτης, ο:

Νησίδα από τρίχες εντονότερης πύκνωσης που παρατηρείται κάτω από τον ανδρικό αφαλό. Ο εισηγητής του όρου Bakis την ονομάζει έτσι διότι and I quote «λέει ΕΡΡΡΧΕΤΑΙ Η ΜΜΠΟΥΥΤΣΑΑΑ»

Παράδειγμα:

«Δες ο άλλλος προφήτη, έχει πάρει να γκριζάρει»

Ρωγόνι, το:

Η εκτεθειμένη ή ξεκάθαρα διακριτή aroused θηλή, γυναικεία ή και αντρική. Εισήχθη από το φίλο Astrithr ο οποίος αυθόρμητα στη θέα βρετανικού νεανικού μαστού αναφώνησε «ΠΩ ΠΩ ΚΑΙ ΡΩΓΟΝΙ!!». Ευχαριστούμε Astrithr.

Σενιέ:

Ο σινιέ που ταυτόχρονα είναι και σένιος. Συνώνυμο των: λουξ, φίνος, έκτακτος, σπέσιαλ, κομπλέ, φουλ κομπλέ κλπ.

Παράδειγμα:

-Την πέφτω με καφεδάρα και τσιγαριά και περνάω φίνα.

-Σενιέ!

Σεκόγια, η:

Τρομερής διατομής ανθρώπινο περίττωμα, μετά το πέρας της απομάκρυνσης του οποίου μένεις από καμπόης (βλ παραπάνω) έως σακάτης.

Σου γάμησε:

Πάντα ταιριάζει να πεις «σου γάμησε». Σου γάμησε. Οφείλεται στον φίλο Spagnikefali ο οποίος σου γάμησε δε θα πει τίποτα.

Τηλεκοντρόλ, το:

Η πούτσα του φίλου μας του Thesituation. Και μιλάμε από τηλεόραση sony δεκαετίας, όχι καμιά φοιτητική. Είμαστε όλοι πολύ περήφανοι γι αυτήν, και καμαρώνουμε σα να είναι και δική μας :]

Ταρζανέλια, τα:

Πολύ μικρά υπολείμματα χαρτιού που προσκολλώνται στην τριχοφυΐα της πρωκτικής περιοχής μετά το πέρας του σκουπίσματος, η απομάκρυνση των οποίων προκαλεί δάκρυα στο ένα μάτι. Ο εισηγητής είναι άγνωστος, αλλά απολαμβάνει τον σεβασμό μας.

Τρώγλη, η:

Ξανά πέραν της γνωστής έννοιας υπάρχουν δύο ακόμη. Η σημασία κάθε φορά εξαρτάται από το context στο οποίο συναντάται.

1. Συχνότερα χρησιμοποιείται σαν προσβολή και μπορεί να αναφέρεται είτε σα χαρακτηρισμός γυναίκας συνήθως με σημασία παρόμοια των: κάλτσα, γαλότσα, σαλούφα κ.α. ή και προς άνδρες με σημασία παρόμοια των: κόπανος, φλόκος κ.α. Σπάνια προς άντρες μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αρσενικό (τρώγλος). Υπάρχουν και διάφορα παράγωγα όπως: τρωγλοδύτης, τρωγλιστάν και άλλα, αλλά βαριέμαι να τα εξηγήσω.

Παραδείγματα:

(βλέποντας καμιά παρέα από ξεκούδουνες βλαχοκυριλέ γκόμενες που συνήθως δε μπορούν να περπατήσουν με τα τακούνια τους) «Γέμισε η ζωή μας τρώγλες ρε μαλάκα!» , (προς άντρα ψιλοdouche) «ZOMG! Ακούς τι λέει αυτός; Τι τρώγλος είν’ αυτός ρε!»

Τυχερός, ο:

Ο alex όταν ξυπνάει το πρωί και έχει ξεχάσει ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο από το προηγούμενο βράδυ.

Φ100, το:

Το κατούρημα κατά το οποίο σημαδεύεις ακριβώς στο βαθύ σημείο του νερού της λεκάνης. «Φ» στους κύκλους των μηχανικών είναι το σύμβολο της διατομής και πάντα από δίπλα αναγράφεται το νούμερο της σε χιλιοστά.

Φίλοσφ, ο:

Άκλητη προσφώνηση που χρησιμοποιείται για γνωστούς. Ο φίλοσφ είναι πιο φίλος από τους δικούς μας, αλλά λιγότερο φίλος από τους κώλους.

Παράδειγμα:

Τι λέει φίλοσφ;

-Που την ξέρω αυτή ρε μαλάκα;

-Αυτή είναι η γκόμενα του φιλοσφ του αλλήθωρου ρε!

Χαμστεράκια, τα:

Η τρίχα που εξέχει από την ανδρική μασχάλη με τα χέρια σε στάση προσοχής. Τα ονόμασε έτσι ο φίλος Bakis διότι υποστηρίζει (και συμφωνούμε) ότι είναι σαν να κρατάει κανείς από ένα σκουρόχρωμο χάμστερ σε κάθε μασχάλη.

Χαρταετός, ο:

Πίτσα αρκετά μεγάλη ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν τέτοιος. Ξέρεις ότι η πίτσα σου είναι χαρταετός όταν για να μπει από την πόρτα πρέπει να γυρίσεις το κουτί στο πλάι.

Χέμο, το:

Όταν αφού πιάσεις τον Πάτο Της Ανθρώπινης Ύπαρξης (βλ. παραπάνω) πατάς καζανάκι. Δεδομένου βέβαια, ότι κάθεσαι στη λεκάνη και ξερνάς στη μπανιέρα, και όχι το ανάποδο.

Χύστης, ο:

Αυτός που τα χύνει αντί να κάνει καμιά προκοπή.

Σχόλια»

1. paparoupas - 14 Ιουλίου, 2010

Το κρέιζι βασικά γράφεται Κρέηζη! (με «η» και το «Κ» πάντα κεφαλαίο) Αλλιώς δεν έχει νόημα. Μπορείς να το πεις και crazy.

noy - 14 Ιουλίου, 2010

Δε θα μας μάθετε πως γράφεται το «κρέιζι», κύριε.

2. shuffle moar « Brightbites - 8 Μαρτίου, 2011

[…] brightslang jump to navigation […]

3. MrDooDle - 14 Μαρτίου, 2011

Μια ερωτηξη μονο! Τα γαμηδια στην κατηγορια 1. ειναι σαν να λεμε πρεπει να περπατησεις απακρησακρη ολη την ταξιαρχεια? .

4. alex - 15 Μαρτίου, 2011

ΟΛΗ την ταξιαρχία!

5. Treehes baby, treehes « Brightbites - 30 Νοεμβρίου, 2011

[…] brightslang jump to navigation […]

6. WALLA WALLA | Brightbites - 13 Ιουλίου, 2014

[…] brightslang […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: