Spam 11 Οκτωβρίου, 2009
Posted by alex in freaktion, intertubes.Tags: spam, spam art, tom robins
3 comments
Το spam, πριν ονομαστεί έτσι η ανακάλυψη αυτού του μαλάκα, ήταν κάτι σαν το πιο γνωστό σ’εμάς σβαν.
Το να τρώει κανείς αυτή την αηδία είναι μια κακή διατροφική επιλογή. Το να κάνει κανείς γλυπτική χρησιμοποιώντας spam ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια κακή επιλογή. Είναι από τα πιο τρομαχτικά πράγματα που έχω δει στη ζωή μου.
Καυλιάρικη Ιστορία #1 18 Ιουλίου, 2009
Posted by noy in freaktion, internal affairs (τσόντες και τέτοια), teh luzl.Tags: τσόντες, γαμήσια, ιστορίες καύλας, καύλα
9 comments
Τον τελευταίο καιρό όλο και πληθαίνουν οι επισκέψεις που έχουμε από ανθρώπους(?) που αναζητούν “καυλιάρικες ιστορίες”. Καθώς είναι γνωστό ότι οι brightbites σεβόμαστε τους αναγνώστες μας, καθίσαμε και επιστρατεύσαμε όλη τη συγγραφική και λογοτεχνική μας δεινότητα (μα είναι να μην πας να γράψεις δεινόσαυρος; μόνο του πάει) και σας παρουσιάζουμε την πρώτη (από πολλές ίσως) απόπειρα συγγραφής ερωτικού διηγήματος. Και μη νομίζετε ότι πρόκειται για κανένα φτηνό πορνογράφημα!
No sirs! Aight! Here goes. Enjoy!
———–
Την έβλεπε κάθε μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Ήταν φορές που θα καθυστερούσε επίτηδες τα αγχωμένα του βήματα, για να της ρίξει μία χορταστική ματιά. Κοντοστεκόταν μπροστά της και χάζευε. Τις ζουμερές της καμπύλες. Το φυσικά ηλιοκαμένο της χρώμα. Την παρατηρούσε, και προσπαθούσε να χορτάσει, να γεμίσει το μυαλό του με εικόνες. Φαντασιωνόταν τη στιγμή που θα την έπαιρνε στα χέρια του, και θα έτρεχε τα αχόρταγα δάχτυλά του πάνω της. Και εκείνη θα έπαυε να είναι σιωπηλή. Και θα έσκιζε την ησυχία, με ένα τσίριγμα. Πότε μελωδικό, και πότε άγριο. Πότε γλυκό και πότε βρώμικο.
Όλα αυτά περνούσαν απ’το μυαλό του. Κάθε που βιαστικά περνούσε μπροστά απ’ το μαγαζί που εκείνη βρισκόταν. Και τα βράδια ακόμα. Όταν στο κρεβάτι του, ξάπλωνε κουρασμένος. Σκεφτόταν και πάλι. Και φαντασιωνόταν. Και αδημονούσε να έρθει και πάλι το πρωί, ώστε να τη χαζέψει πάλι.
Και το πρωί ερχόταν. Κι εκείνος ξυπνόυσε νωρίτερα. Για να κερδίσει πέντε λεπτά παραπάνω. Να τη χαζέψει. Εκείνη δεν τον έβλεπε. Εκείνος θα στεκόταν για λεπτά, σχεδόν κολλημένος στη τζαμαρία. Να χαζεύει και να φαντασιώνεται. Τις καμπύλες της. Τη μυρωδιά που θα είχε. Τις κραυγές και τα τσιρίγματα.
Ένα από τα βράδια που περνούσε ξαπλωμένος και φαντασιωνόταν, αποφάσισε ότι αρκετά περίμενε. Άυριο ήταν η μέρα. Έτσι κι έγινε. Ξύπνησε ακόμα νωρίτερα και τρέχοντας βρέθηκε και πάλι να χαζεύει. Για μιά στιγμή κοντοστάθηκε, και στη συνέχεια έσπρωξε διστακτικά την πόρτα. Χωρίς πολλά πολλά την άρπαξε. Δεν είπε πολλά. Σε λίγο βρίσκονταν σπίτι του. “Γάμησέ το…” σκέφτηκε “Ποιός τη χέζει τη δουλειά σήμερα.”
Άνοιξε το φερμουάρ, και το ηλιοκαμμένο χρώμα της έκανε τα μάτια του να πυρρώσουν. Τράβηξε το ύφασμα με δύναμη, και αποκαλύφθηκαν αυτές οι θεικές καμπύλες. Είχε μείνει άναυδος. Ήταν ακόμα καλύτερες από κοντά. Και η μυρωδιά της απλώθηκε στο δωμάτιο. Λεπτά αργότερα, τα αχόρταγά του δάχτυλα έτρεχαν πάνω της. Σε κάθε σπιθαμή της. Από πάνω ως κάτω. Και εκείνη φώναζε. Πότε γλυκά και πότε άγρια. Ύπο άλλες συνθήκες θα σκεφτόταν τους γείτονες για τυχόν παρατήρηση. Αλλά όχι τώρα. Δεν τη χόρταινε. Να την ακούει να σκούζει. Πότε μελωδικά και πότε βρώμικα.
Μετά από κάποιες ώρες, σηκώθηκε κουρασμένος αλλά ευχάριστα ανάλαφρος. Την άφησε νωχελικά στο κρεβάτι, έκλεισε τον ενισχυτή και έβγαλε το βύσμα. “Τι κιθαράκλα ειν’ αυτή!” σκέφτηκε, και πήγε να πάρει μιά μπύρα απ’το ψυγείο.
Η ιστορία τελείωσε. Εσείς; Bahahah! ;p
white rabbit 21 Μαρτίου, 2008
Posted by alex in freaktion, σκέψεις.Tags: jefferson airplane, patti smith, white rabbit
6 comments
Η τελευταία ουσιαστική προσπάθεια μου να κάνω κόμιξ τελείωσε εξίσου άδοξα με τις μη ουσιαστικές. Ήταν πριν από τρία και κάτι χρόνια, οπότε δε θυμάμαι πολλά, αλλά έχω όρεξη να μιλήσω γι αυτό. Δε θέλω να επικεντρωθώ στα σκίτσα και δεν έψαξα καν να τα βρώ.
Ήταν τρεις παράλληλες ιστορίες που γενικά είχαν να κάνουν με δοχεία. Σε κάθε περίπτωση τα καρέ ακολουθούσαν ένα ζουμ σε κομμάτια της θεσσαλονίκης. 4-5 καρέ για κάθε εισαγωγικό κείμενο, με παράλληλο ζουμ από ένα birds eye view μερικών οικοδομικών τετραγώνων μέχρι το εκάστοτε δοχείο. Παραθέτω τις μακέτες των σεναρίων των πρώτων δύο, την Τρίτη δε την είχα πολύ figured out, και προειδοποιώ εξαρχής, δε βγαίνει κανένα νόημα γιατί δεν είναι τίποτα τελειωμένο. Μια παράθεση εικόνων κάνω μόνο.
Στην πρώτη ιστορία ο Πορτορικανός Σατσεμές βρισκόταν στην τουαλέτα του a nice pair παραμονή πρωτοχρονιάς του 2004. Κοιτούσε τη λεκάνη προσπαθώντας να κατουρήσει και αναρωτιόταν τι έκανε τα τελευταία τρια χρόνια. Δεν είχε και πολλά να σκεφτεί. Δεν έκανε τίποτα και όμως είχε την αίσθηση ότι ήταν συνεχώς απασχολημένος. Τα τελευταία τρια χρόνια συνήθως ήταν μεθυσμένος και ακόμα συχνότερα διαλογιζόταν σε τουαλέτες από μπαρ. Δε μπορούσε να περάσει πάνω από δυο ώρες στο ίδιο μέρος και τότε είχε την πολυτέλεια να ξέρει αρκετούς ανθρώπους για να μπορεί να αλλάζει συνέχεια περιβάλλον. Είχε επίσης την πολυτέλεια να πιστεύει και να γράφει σε καθρέφτες από τουαλέτες ότι τα κορόιδα ονειρεύονται. Ο Σατσεμές ήταν υπερκοινωνικός τύπος και σαν τέτοιος ήξερε πολύ καλά που βρίσκονται τα όρια των διαπροσωπικών σχέσεων. Τι διαπερνάει τη φούσκα του ατομικού και τι όχι. Ακόμα ήξερε ότι όσο αυξάνεται η κοινωνικότητα τόσο μικραίνει η διάμετρος αυτής της σφαίρας. Γι αυτό και δεν καθόταν πολύ στο ίδιο μέρος και γι αυτό το κατούρημα στα μαγαζιά ήταν από τις στιγμές που απολάμβανε περισσότερο. Μπρούσε να έχει ένα αδιαπέραστο όριο γύρω του, χωρίς ταυτόχρονα να λείπει από το πεδίο εκτόνωσης της κοινωνικότητας του. Γιατί σαν υπερκοινωνικός τύπος φοβόταν να μένει μόνος του. Όταν ένιωθε μοναξιά του ερχόταν μαζί και μια αίσθηση νοσταλγίας. Και ας το παραδεχτούμε, η νοσταλγία είναι κάτι το οποίο γενικά αν δε το επιδιώκουμε, τουλάχιστον σταματάμε για να το προσέξουμε. Αυτή η αίσθηση στην περίπτωση του Σατσεμες, ενισχυμένη συνήθως από γερές δόσεις αλκοόλ, προέκυπτε κατά κανόνα στις τουαλέτες. Και τις πρωτοχρονιές είναι πάντα δυνατότερη.
Η δεύτερη ιστορία διαδραματιζόταν πρωί καθημερινής κάνα χιλιόμετρο πιο πέρα, γωνία Π.Π. Γερμανού και Π. Μελά. Μια κυρία μέσης ηλικίας (δε θυμάμαι αν είχε όνομα) καθόταν σε ένα από τα τραπέζια που βγάζει το local στο πεζοδρόμιο και κοίταζε τον πάτο από το φλυτζάνι της. Ήταν ένα στυλάτο φλυτζάνι από τις συλλογές illy που είναι φιλοτεχνημένες από γνωστούς ζωγράφους. Έπινε διπλό espresso εκεί μέσα, κάπνιζε και μιλούσε με τον λογιστή της στο τηλέφωνο. Είχε πεταχτεί για ένα καφέ από το μαγαζί με κοσμήματα που έχει λίγο πιο πέρα στην Π.Π. Γερμανου. Είχε κοντά κόκκινα βαμμένα μαλλία, μερικά extra κιλάκια, αρκετό μακιγιάζ και πολλά μπιχλιμπίδια γύρω από το λαιμό και τα δάχτυλά της. Αποτελούσε ενόχληση για μια παρέα από τρεις εικοσάχρονους new age nerd φοιτητές design παραδίπλα. Ήταν μια παραφωνία κανονικότητας στον φετιχισμό τους γύρω από την εναλλακτική ανάγνωση της πραγματικότητας. Απόλυτα προβλέψιμη. Όχι ότι έχει καμία ιδιαίτερη σημασία να δοκιμάσει κανείς να μπει στην ψυχοσύνθεση της, αλλά όλα φαίνονταν να είναι εκεί που πρέπει. Και για τους nerds αυτό ήταν εφιαλτικό. Αυτή η θειά αποτελούσε την μεγαλύτερη απειλή. Ξεχείλιζε αμφιβολία για το που πηγαίνουν. Μέσα της μπορούσαν να δουν την εκδοχή του μελλοντός κατά την οποία θα ήταν οι άντρες της, ή οι εργαζόμενοι της ή οι φίλοι της. Την εκδοχή που θα έχουν κάτσει να ακούσουν το περίφημο “όλα εδώ πληρώνονται μάγκες”, θα το έχουν χωνέψει και θα είναι έτοιμοι να το πουν και στα παιδιά τους. Η θεια τους γέμιζε με αμφιβολία: τι σκεφτόταν στα είκοσι της; τι έκανε και κατέληξε έτσι; έκανε κάτι εν πάσει περιπτώσει, ή αυτή είναι η φυσική εξέλιξη ενός αστού, το να προσπαθεί μη φάει αυτό που θα ταίζει σε 2 επί τα χρόνια του; Και κυρίως, γιατί στο κέρατο έχουν περάσει λίγο από το χρόνο τους προβληματιζόμενοι γι αυτήν; Αυτή άναψε ένα τσιγάρο ακόμα και ξανασήκωσε το κινητό της. Τους είχε γαμήσει τη μέρα.
Δεν κατάφερα να ενώσω αυτές τις δύο ιστορίες, ούτε βρήκα μια τρίτη που να κάθεται ενδιάμεσα. Έχω την αίσθηση ότι κάπου κολλάνε, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Go ask Alice, when she’s ten feet tall:
“Μια ιστορία αγάπης. A Lovestory.” του O.M. Gee 24 Νοεμβρίου, 2006
Posted by noy in freaktion, teh luzl.Tags: βαγγος, ζόμπι, zombie
comments closed
Μόλις έχεις βγει από το σπίτι της. Περάσατε ένα γαμάτο βράδυ.Βρέχει.Καταρρακτωδώς.Χαμός λέμε γίνεται.Της κολάσεως τη βροχή ρίχνει.Περπατάς στην άκρη του πεζοδρομίου, εκεί κοντά στους τοίχους των πολυκατοικιών. Σα να φοβάσαι κάτι…Νιώθεις ότι σου παρέχουν ενός είδους ασφάλεια.Περίεργο δεν είναι αυτό; Είναι.Κι εσύ το καταλαβαίνεις. Και το ξέρεις. Αλλά συνεχίζεις να το κάνεις. Όπως τα μικρά παιδιά σκαλίζουν επανειλλημένα τη μύτη τους ενώ όλοι τους λένε πως δεν είναι καλό.Η νύχτα έχει μια περίεργη μυρωδιά απόψε. Και δεν είναι η δική της. (περισσότερα…)

